Τ.Κ. Σκορτσινού

Το Σκορτσινού, ένα από τα κεφαλοχώρια του τέως Δήμου Φαλαισίας, βρίσκεται σε απόσταση 17χλμ. ΝΑ από τη Μεγαλόπολη, στα όρια της Αρκαδίας με τη Λακωνία κοντά στις πηγές του Ευρώτα.

Λόγω των ζωτικής σημασίας άφθονων νερών των πηγών του Ευρώτα (κεφαλάρι «Λογαρά») η περιοχή του Σκορτσινού κατοικείται από τα νεολιθικά χρόνια, δηλαδή πριν από περίπου 6.000 χρόνια από σήμερα. Αμέσως δυτικά από το χωριό είναι το νεολιθικό σπήλαιο «Τρουπίτσες», στο οποίο η αρμόδια Αρχαιολογική Υπηρεσία, η Εφορεία Παλαιοανθρωπολογίας – Σπηλαιολογίας Ν. Ελλάδος, πραγματοποίησε το 2005 σωστικού χαρακτήρα έρευνα του σπηλαίου και βρέθηκαν πλήθος ευρημάτων που χρονολογούνται στην Τελική Νεολιθική Εποχή (4200–3300 π.Χ. περίπου) και πιστοποιούν ότι το σπήλαιο χρησιμοποιείτο από τον νεολιθικό άνθρωπο.

Στα ΝΑ του χωριού και αμέσως ανατολικά από τις πηγές του Ευρώτα υψώνεται με απότομες πλαγιές ο επιβλητικός όγκος του λόφου Χελμού (υψόμ. 770μ.). Στο πλάτωμα της κορυφής του και περιμετρικά από αυτό σώζονται μέχρι σήμερα σημαντικά κατάλοιπα από το περίφημο αρχαίο οχυρό «Αθήναιον» που ήταν η ακρόπολη της αρχαίας πόλης Βελεμίνας και υπήρξε το μήλο της έριδας Σπαρτιατών και Μεγαλοπολιτών. Το οχυρό είχε χτίσει ο βασιλιάς της Σπάρτης Κλεομένης Γ΄ το 229 π.Χ., έχει περίμετρο σχεδόν 2χλμ. (1.955,65μ.) και το σύνολο των ισχυρών οχυρώσεών του ενισχύεται με 33 ημικυκλικούς πύργους. Στο οχυρό αυτό αναφέρονται οι Πολύβιος (Ιστοριών Β΄ και Δ΄) και Πλούταρχος (Κλεομένης).

Αμέσως ανατολικά από το χωριό είναι το εξωκλήσι του Αγ. Βασιλείου όπου στην γύρω περιοχή έχουν βρεθεί τα αρχαιολογικά κατάλοιπα οικιστικών εγκαταστάσεων των ρωμαϊκών και παλαιοχριστιανικών χρόνων που χρονολογούνται από τον 1ο έως τον 5ο μ.Χ αιώνα. Στην περιοχή αυτή έχουν βρεθεί επίσης πολλά ευρήματα και νομίσματα των βυζαντινών χρόνων.

Στον παραπάνω λόφο του Χελμού, εκτός από το αρχαίο οχυρό «Αθήναιον», υπάρχουν και τα κατάλοιπα ισχυρού κάστρου των βυζαντινών χρόνων που χτίστηκε τον 13ο αιώνα και καταλαμβάνει το ψηλότερο σημείο του λόφου στο νότιο τμήμα του πλατώματος. Το κάστρο αυτό έχει περίμετρο 345,38μ. και ενισχύεται με 6 πύργους.

Κατά την τουρκοκρατία το Σκορτσινού συμμετείχε στις επαναστατικές κινήσεις που έγιναν το 1659 στη νότια Πελοπόννησο με την υποκίνηση του Ενετού Ναυάρχου Φραντσέσκο Μοροζίνι. Ο Μοροζίνι, αφού με τη βοήθεια των Ελλήνων κυρίεψε την Καλαμάτα, τελικά εγκατέλειψε την Πελοπόννησο αφήνοντας ανυπεράσπιστους τους επαναστατημένους Έλληνες χωρικούς στην εκδικητική μανία των Τούρκων (βλ. Αθαν. Ε. Καραθανάσης: «Επαναστατικές κινήσεις στην Πελοπόννησο στα 1659»).

Το 1700 στην απογραφή του τότε Γενικού Προβλεπτή του Μοριά Ενετού Φραγκίσκου Grimani το χωριό καταγράφεται να έχει 11 οικογένειες και 37 κατοίκους.

Το 1770 το Σκορτσινού συμμετείχε εκ νέου στην επανάσταση κατά των Τούρκων που αυτή τη φορά υποκινήθηκε από τους Ρώσους αδελφούς Ορλώφ και όταν οι Τούρκοι νίκησαν και οι Ρώσοι εγκατέλειψαν την Πελοπόννησο, το χωριό γνώρισε την καταστροφή από τους Αλβανούς που εξαπέλυσαν οι Τούρκοι κατά των επαναστατών. Οι Αλβανοί μέχρι το 1779 λεηλατούσαν, έκαιγαν, έσφαζαν, εξανδραπόδιζαν και πουλούσαν τους κατοίκους. Το χωριό καταστράφηκε ολοσχερώς. Ο Άγγλος περιηγητής και στρατιωτικός W.M. Leake («Travels in the Morea», Vol. III, σελ. 23–24) που το 1805 περιηγήθηκε την περιοχή γράφει ότι βρήκε το χωριό κατεστραμμένο και μόνο μερικές καλύβες κατοικούνταν. Οι λιγοστοί κάτοικοί του που είχαν γλυτώσει από τη σφαγή έφτιαξαν μαντριά διασκορπισμένοι στους λόφους που είναι ανατολικά του χωριού και ζούσαν εκεί τσοπάνηδες με τις στάνες τους. Εκκλησιαζόντουσαν στο παρακείμενο βυζαντινό εκκλησάκι των Αγ. Ταξιαρχών καθώς και στη Μονή Καλτεζών.

Από εκεί πέρασε ο Νικηταράς όταν ξέσπασε η επανάσταση του 1821 και στρατολόγησε τον Θανάση Τσότσολα που ήταν τσοπάνης και φύλαγε το κοπάδι του πατέρα του στη θέση «Σπάρτοτη». Ο Τσότσολας ήταν ένα παλικάρι πρώτο μπόι, λεβέντης, έξυπνος που ήξερε και γράμματα και ήταν καλονάρχης στη Μονή Καλτεζών. Ο Νικηταράς αφού τον δοκίμασε τον έκανε πρώτο Μπαϊρακτάρη του. Ο νεαρός αρχηγός Τσότσολας σύντομα, τον Απρίλιο του 1821, με ελάχιστα παλικάρια ήλθε αντιμέτωπος στο χωριό Μανιάτη Μαντινείας με πολυάριθμους Τούρκους αλλά με τέχνασμα τους ανάγκασε να παραδοθούν όλοι και να του παραδώσουν τα όπλα και τα γιαταγάνια τους. Για το σπουδαίο κατόρθωμά του και για την άρνησή του να δεχθεί οποιοδήποτε αντάλλαγμα, ο Θ. Κολοκοτρώνης, θαυμάζοντας τη λεβεντιά και τα υψηλά πατριωτικά του αισθήματα, του άλλαξε το όνομα και το έκανε Μανιάτης. Ο Θανάσης Μανιάτης αφού έλαβε μέρος σε πολλές μάχες ευτύχισε να δει την πατρίδα ελεύθερη και έζησε στο χωριό όπου απέκτησε 3 γιούς και 2 κόρες. Το 1844 ο βασιλιάς Όθωνας του απένειμε το Σιδηρούν Αριστείον και πέθανε το 1860. Μετά την απελευθέρωση από τους Τούρκους οι Σκορτσιναίοι έφυγαν από τα μαντριά και έχτισαν τα σπίτια τους στη θέση που είναι τώρα το χωριό. Η ενοριακή εκκλησία που έχτισαν το 1861 στο κέντρο του χωριού, ως συνέχεια του παραπάνω βυζαντινού ναΐσκου στον οποίο εκκλησιαζόντουσαν, είναι των Παμμεγίστων Ταξιαρχών που εορτάζεται την 8η Νοεμβρίου και γίνεται το πανηγύρι του χωριού.

Την 14η Μαρτίου του 1944 το Σκορτσινού, που είχε αναπτυχθεί και είχε περίπου 700 κατοίκους, γνώρισε για άλλη μια φορά την καταστροφή καθώς κάηκε ολοσχερώς από τους Γερμανούς, οι οποίοι σκότωσαν και δύο άνδρες που δεν είχαν προφθάσει να απομακρυνθούν. Το χωριό με την αλληλοβοήθεια των χωριανών που διακρίνονται για την αλληλεγγύη τους ανοικοδομήθηκε, επούλωσε τις πληγές του και με μεγάλες δωρεές των ξενιτεμένων παιδιών του και την προσωπική εργασία όλων των κατοίκων αναπτύχθηκε εκ νέου σε ένα ακμάζον κεφαλοχώρι στο οποίο υπήρχε Σταθμός Χωροφυλακής, Περιφερειακό Ιατρείο, κυλινδρόμυλος, σύγχρονο ελαιοπιεστήριο, πριονοκορδέλα, βιοτεχνίες και εργαστήρια διαφόρων επαγγελμάτων και πολλά μαγαζιά κάθε είδους.

Ήδη από το 1927 και μόνο με δαπάνη όλων των Σκορτσιναίων εσωτερικού και εξωτερικού και την προσωπική εργασία των κατοίκων είχε γίνει η κατασκευή του υδραγωγείου, ενός ζωτικού και πολύ δύσκολου για τα μέσα της εποχής έργου και είχαν τοποθετηθεί καλαίσθητες παραδοσιακές βρύσες από στήλες μωσαϊκού με φανάρι στην κορυφή σε επίκαιρα σημεία του χωριού που υπάρχουν ακόμη. Με δαπάνη του μεγάλου ευεργέτη του χωριού Χαράλ. Αθ. Γιωτόπουλου, που μετανάστευσε στην Αμερική το 1907 σε ηλικία 16 ετών και προόδευσε πολύ, είχε χτιστεί το 1933 το νέο μεγαλοπρεπές σχολείο και όταν αυτό κάηκε από τους Γερμανούς ξαναχτίστηκε από τον ίδιο το 1951.

Ο ίδιος ευεργέτης διέθεσε τα χρήματα για την κατασκευή το 1957 του Κοινοτικού μεγάρου στη θέση του παλιού σχολείου, στο οποίο στεγάσθηκαν οι υπηρεσίες της Κοινότητας. Ακόμη και ο δημόσιος επαρχιακός αυτοκινητόδρομος από το Σκορτσινού μέχρι την Ασέα, που εξυπηρετεί πολλά χωριά, έγινε το 1951 με δαπάνη του Χαράλ. Γιωτόπουλου. Σε αίθουσα του παραπάνω Κοινοτικού κτιρίου στεγάσθηκε και η Κοινοτική Βιβλιοθήκη που είχε δημιουργηθεί το 1954 με δωρεά εκατοντάδων βιβλίων και της επίπλωσης από τον Σκορτσιναίο ζωγράφο Σταύρο Π. Δαλάκο, ο οποίος ήταν και ο πρώτος Πρόεδρος της «Ένωσις των εν Αθήναις και Πειραιεί Σκορτσιναίων» που ιδρύθηκε το 1953.

Πλήθος ακόμη άλλων κοινωφελών έργων, ήτοι εκκλησίες (μέσα στο χωριό είναι 3 εκκλησίες και 6 εξωκλήσια γύρω από αυτό), μεγάλο νεκροταφείο, γεφύρια, δρόμοι, πλατείες, παιδικές χαρές, γήπεδα ποδοσφαίρου και μπάσκετ, Ηρώο πεσόντων, Λαογραφικό Μουσείο, εξωραϊσμός πηγών Ευρώτα και άλλα, έχουν γίνει μόνο με δωρεές των απανταχού Σκορτσιναίων και την προσωπική εργασία των κατοίκων χωρίς να επιβαρυνθεί το Κράτος. Δυστυχώς σε ένα από τα έργα αυτά, στη διάνοιξη του αυτοκινητόδρομου από το χωριό προς τις πηγές του Ευρώτα το 1953, ο χωριανός Ιωάννης Σπ. Λαμπρόπουλος που εργαζόταν εκεί έχασε τη ζωή του. 

Μετά τις καταστροφικές πυρκαγιές του 2007 ο Αθαν. Ι. Ρέτσος (ξενοδοχεία «Ηλέκτρα»), εκτός των άλλων που έχει προσφέρει, δώρισε στο χωριό ένα πλήρες πυροσβεστικό όχημα. Παρά την πολύ μεγάλη μετανάστευση στο εξωτερικό (Αμερική, Αυστραλία, Ν. Αφρική) και στο εσωτερικό (κυρίως Αθήνα) το Σκορτσινού είναι ένα από τα ελάχιστα χωριά της επαρχίας μας που παραμένει ακόμη «ζωντανό» με κίνηση και τέσσερα μαγαζιά σε πλήρη λειτουργία. Αρκετοί από τους μόνιμους κατοίκους του είναι νέοι σε ηλικία. Τα περισσότερα σπίτια του έχουν ανακαινιστεί, ενώ έχουν χτιστεί και αρκετά καινούργια. Σημαντική συμβολή στην πρόοδο και ανάπτυξη του χωριού έχει διαχρονικά ο δραστήριος Σύλλογός του, με τις πολιτιστικές και διάφορες άλλες εκδηλώσεις που διοργανώνει σε όλη τη διάρκεια του έτους, τις εξωραϊστικές παρεμβάσεις που πραγματοποιεί και την εν γένει συνεισφορά του στα δρώμενα του χωριού. Το τρίτο δεκαήμερο κάθε Αυγούστου, στην ειδυλλιακή τοποθεσία των πηγών του Ευρώτα, διοργανώνονται οι πολιτιστικές εκδηλώσεις τα «Ευρώτεια» που προσελκύουν πλήθος κόσμου από όλη την ευρύτερη περιφέρεια. Στο Σκορτσινού γιορτάζονται ακόμη με ιδιαίτερα παραδοσιακό τρόπο και οι Απόκριες. Το σχολείο του χωριού, που είναι σε περίοπτη θέση στο πάνω μέρος του, τώρα λειτουργεί ως πολιτιστικό κέντρο. Στο μεγάλο προαύλιό του, εκτός από το γήπεδο μπάσκετ και την παιδική χαρά, είναι και η παραδοσιακά χτισμένη πέτρινη δεξαμενή του υδραγωγείου με πελεκητά αγκωνάρια. Απέναντι από το σχολείο είναι η πανέμορφη εκκλησία του Αγ. Ιωάννη με την πλακόστρωτη πλατεία της.

Η ενοριακή εκκλησία των Παμμεγίστων Ταξιαρχών που είναι στην κεντρική πλατεία του χωριού έχει ένα εξαιρετικής τέχνης πέτρινο καμπαναριό, ενώ λίγο πιο κάτω επί του κεντρικού δρόμου είναι το επιβλητικό μαρμάρινο μνημείο του Ηρώου προς τιμή των πεσόντων Σκορτσιναίων στους διάφορους πολέμους. Στο κάτω μέρος του χωριού είναι η επίσης πανέμορφη εκκλησία του Αγ. Βλάση και το γήπεδο ποδοσφαίρου 5Χ5 στην έξοδο προς τις πηγές του Ευρώτα. Στην περιοχή των πηγών του Ευρώτα παραπλεύρως του αυτοκινητόδρομου είναι το Λαογραφικό Μουσείο, που δημιουργήθηκε από τον αείμνηστο Σκορτσιναίο δάσκαλο Παναγ. Ν. Σπυρόπουλο. Το συγκρότημα του μουσείου αποτελείται από ένα οίκημα με τέσσερις αίθουσες στις οποίες εκτίθενται λαογραφικά αντικείμενα και διάφορα άλλα ενδιαφέροντα εκθέματα, καθώς και από ένα πέτρινο παραδοσιακό αρκαδικό σπίτι του 19ου αιώνα με όλον τον εξοπλισμό του. Στο χώρο αυτό είναι και το εξωκλήσι του Εσταυρωμένου.

ΑΡΧΑΙΟ ΟΧΥΡΟ «ΑΘΗΝΑΙΟΝ ΤΩΝ ΜΕΓΑΛΟΠΟΛΙΤΩΝ»

Στα ΝΑ του Σκορτσινού και αμέσως ανατολικά από τις πηγές του Ευρώτα (κεφαλάρι «Λογαρά») υψώνεται με απότομες πλαγιές ο περίοπτος λόφος Χελμός (υψόμ. 770μ.) που παρεμβάλλεται μεταξύ της λεκάνης της Μεγαλόπολης και της λεκάνης του Ευρώτα βόρεια της Σπάρτης. Από την κορυφή του η ορατότητα προς τη Μεγαλοπολίτιδα φθάνει μέχρι την Καρύταινα και τη Στεμνίτσα, ενώ προς τη Λακωνική μέχρι τη Σελλασία και σχεδόν τις παρυφές της Σπάρτης. Η καίριας στρατηγικής σημασίας επίκαιρη θέση του λόφου στα όρια, από την αρχαιότητα, της Αρκαδίας με τη Λακωνία και δίπλα από τον οδικό άξονα που συνδέει τις δύο αυτές περιοχές, είχε σαν επακόλουθο τη διαχρονική οχύρωσή του με ισχυρές οχυρώσεις. Στο πλάτωμα της κορυφής του και περιμετρικά από αυτό σώζονται μέχρι σήμερα σημαντικά κατάλοιπα αρχαίου οχυρού.

Το εξωτερικό τείχος του οχυρού είναι χτισμένο με μεγάλους αργούς λίθους, έχει περίμετρο σχεδόν 2χλμ. (1.955,65μ.) και περικλείει όλο το μεγάλης έκτασης (191.265,00τ.μ.) πλάτωμα της κορυφής. Στο νότιο μέρος του πλατώματος που έχει και το μεγαλύτερο υψόμετρο, μεταξύ της ανατολικής και της δυτικής πλευράς του εξωτερικού τείχους είναι χτισμένο εγκάρσιο τείχος και έτσι στο νότιο πλάτωμα, όπου είναι και το εξωκλήσι του Αγ. Κωνσταντίνου, σχηματίζεται το κεντρικό (ή άνω) οχυρό που έχει περίμετρο 896,70μ. και περικλείει έκταση 39.491,23τ.μ.. Το σύνολο των ισχυρών οχυρώσεων ενισχύεται με 33 ημικυκλικούς πύργους. Τα σημαντικά κατάλοιπα του αρχαίου αυτού οχυρού ταύτισε πρώτος το 1895 ο σπουδαίος Άγγλος αρχαιολόγος W. Loring, που έκανε αυτοψία και ερεύνησε το χώρο, με το περίφημο οχυρό «Αθήναιον» που ήταν η ακρόπολη της αρχαίας πόλης Βελεμίνας. Σχετική δημοσίευση με φωτογραφίες και σχεδιαστική τοπογραφική αποτύπωση των οχυρώσεων, μεγάλης ακρίβειας για τα μέσα της εποχής του, έκανε ο W. Loring στο περιοδικό «The Journal of Hellenic Studies», Vol. XV, London 1895, σελ. 39–41 & 71–74. Στο οχυρό «Αθήναιον» αναφέρονται οι Πολύβιος (Ιστοριών Β΄ και Δ΄) και Πλούταρχος (Κλεομένης).

Ο Πολύβιος ως Μεγαλοπολίτης το αποκαλεί «το των Μεγαλοπολιτών Αθήναιον», ο δε Πλούταρχος «το περί την Βέλβιναν Αθήναιον». Όπως παραδίδουν οι αρχαίοι ιστορικοί αυτοί, το οχυρό, που υπήρξε το μήλο της έριδας Μεγαλοπολιτών και Σπαρτιατών, άλλαξε πολλές φορές χέρια μεταξύ των δύο αυτών αντιμαχόμενων. Το 229 π.Χ., κατά την έναρξη του «Κλεομενικού πολέμου» μεταξύ της Σπάρτης και της Αχαϊκής Συμπολιτείας στην οποία είχε προσχωρήσει το 234 π.Χ. και η Μεγαλόπολη, ο βασιλιάς της Σπάρτης Κλεομένης Γ΄ αφού κατέλαβε το λόφο του Αθήναιου (Χελμού) έχτισε το οχυρό. Το 224 π.Χ. το οχυρό περιήλθε στους Μεγαλοπολίτες όταν ο βασιλιάς της Μακεδονίας Αντίγονος Δώσωνας, που ήλθε στην Πελοπόννησο με στρατό προς βοήθεια της Αχαϊκής Συμπολιτείας, έδιωξε από αυτό τη φρουρά του Κλεομένη και τους το παρέδωσε. Το 223 π.Χ. το οχυρό περιήλθε πάλι στους Σπαρτιάτες όταν ο Κλεομένης το χειμώνα του έτους αυτού επιτέθηκε αιφνιδιαστικά και απροσδόκητα στη Μεγαλόπολη και αφού την κατέλαβε την κατέστρεψε. Το 222 π.Χ. ο Αντίγονος Δώσωνας μαζί με την Αχαϊκή Συμπολιτεία νίκησαν τον Κλεομένη σε φονική μάχη που έγινε τον Ιούλιο στη Σελλασία και το οχυρό περιήλθε πάλι στους Μεγαλοπολίτες. Το 219 π.Χ. νέος βασιλιάς της Σπάρτης έγινε ο Λυκούργος ο οποίος πολιόρκησε το «Αθήναιον» και το κατέλαβε και έτσι το οχυρό περιήλθε για ακόμη μια φορά στους Σπαρτιάτες. Το 218 π.Χ. τέλος, ήλθε με στρατό για βοήθεια στην Αχαϊκή Συμπολιτεία ο νέος βασιλιάς της Μακεδονίας Φίλιππος Ε΄, ο οποίος στη μέση του χειμώνα του έτους αυτού κατέληξε στη Μεγαλόπολη όπου και στρατοπέδευσε.

Όπως δε παραδίδει (σε μετάφραση) ο Πολύβιος (Ιστοριών Δ΄ 81): «Οι Λακεδαιμόνιοι επειδή φοβήθηκαν την παρουσία του Φιλίππου, ξεσήκωσαν τα πράγματα από την ύπαιθρο, κατέστρεψαν συθέμελα το Αθήναιον των Μεγαλοπολιτών και το εγκατέλειψαν». Το «Αθήναιον» λοιπόν χτίστηκε από τους Σπαρτιάτες το 229 π.Χ. στην κορυφή του λόφου Χελμού Σκορτσινού και καταστράφηκε από τους ίδιους το 218 π.Χ. προκειμένου να μην χρησιμοποιείται εναντίον τους από τους Μεγαλοπολίτες. Είναι αρχαίο οχυρό των ελληνιστικών χρόνων, Στη δυτική πλαγιά του Χελμού, κοντά στη μεγάλη πηγή που υπάρχει στην τοποθεσία «Συκαμιά» από την οποία υδρεύεται το Σκορτσινού, βρέθηκε κάτω από το έδαφος χάλκινο ειδώλιο ιππέα των αρχαϊκών χρόνων (γύρω στο 520 π.Χ.) που φυλάσσεται στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο. Το σημαντικό και σπανιότατο αυτό εύρημα ήταν ανάθημα, δηλαδή αφιέρωμα – προσφορά σε ιερό και εν προκειμένω ασφαλώς στο ιερό της Αθηνάς που υπήρχε σε άγνωστη θέση στο λόφο, από το οποίο ο λόφος και το οχυρό του λέγονταν Αθήναιον. Πιθανότατα το ιερό της Αθηνάς ήταν εκεί στην τοποθεσία «Συκαμιά» κοντά στην πηγή που βρέθηκε το ειδώλιο.

(Πηγές - Πληροφορίες: Νίκος Γ. Καρύδης, Οικονομολόγος - Ιστορικός Ερευνητής)

Διοικητικά η Τοπική Κοινότητα Σκορτσινού ανήκει πλέον στον καλλικρατικό Δήμο Μεγαλόπολης. Σύμφωνα με τη απογραφή του πληθυσμού το 2011 από την ΕΛ.ΣΤΑΤ. η τοπική κοινότητα έχει 139 κατοίκους.


Εκπρόσωπος Τ.Κ. Σκορτσινού: Δημόπουλος Κων/νος, τηλ: 6945985185

 

Address: σκορτσινος φαλαισιας,22200
DirectionsAddress
Περισσότερα σε αυτή την κατηγορία: « Τ.Κ. Ρουτσίου Τ.Κ. Σουλαρίου »